Η μητέρα μου είναι από πορσελάνη (μικρό διήγημα)

Λογοτεχνικό περιοδικό "Πλανόδιον"
Posted by veliadmin Category: Λογοτεχνία

 

ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ είναι από πορσελάνη. Έχει τέσσερα πόδια με ονόματα παιδιών και καμπύλες στις άκρες. Η όψη της είναι γαλάζια. Μια χρυσή αντανάκλαση την κάνει να ξεχωρίζει απ’ όλα τ’ άλλα πράγματα του δωματίου. Η ράχη της κυρτή, σχεδόν χελωνίσια. Στέκεται –χρόνια τώρα– στο τραπέζι του σαλονιού˙ δεν καταδέχεται να την αγγίζουν, τρέμει τα απρόσεχτα χέρια και τα βλέμματα.

Η μητέρα μου είναι ένα πορσελάνινο κουτί. Κρύβει μυστικά και χαμένα όνειρα. Όταν χαμογελά τα μάτια της στρέφονται προς τα μέσα, έτσι που κανένα χαμόγελό της δεν μένει χωρίς λύπη. Στο τραπέζι του σαλονιού υποδέχεται τους καλεσμένους της, αλλά ποτέ δεν είναι αυτοί που περιμένει.

Δεν πλένει πιάτα. Δεν μαγειρεύει. Δεν της αρέσουν οι σκούπες και τα ξεσκονόπανα. Ζωγραφίζει στο πρόσωπό της ποτάμια που γέρνουν προς τα κάτω. Ύστερα κοιτάζει επίμονα την αντανάκλασή της στον τοίχο του δωματίου. Μετρά τα πόδια της˙ τέσσερα. Δεν είμαι εγώ, εγώ είμαι! την ακούω που λέει.

Έχει μια χαραγματιά που δεν φαίνεται κι ένα χάρισμα, κρυφό κι αυτό. Αν της χαϊδέψεις τα μάτια και την κοιτάξεις συμπονετικά, αν είσαι λίγο πιο αληθινός απ’ ό,τι συνηθίζεις, αν της πεις ότι την αγαπάς –μα να την αγαπάς– σου δείχνει κάτι παλιά μαργαριτάρια της νιότης της και σου υπόσχεται, σου υπόσχεται… Μια μέρα με άφησε να δω κάτω από τη γαλάζια της όψη. Από μέσα ήταν λευκή με μικρές κηλίδες σαν αστερόσκονη. Στις γωνίες μαζεύεται το μαύρο και δεν φεύγει.

Μοιάζει παλιά όσο το σπίτι που την περιέχει. Και άδεια, όσο τα πράγματα που δεν μπόρεσε να χωρέσει. Κάθε βράδυ ανάβει όλα τα φώτα. Δεν κοιμάται. Η πληγή της αφορμίζει τη νύχτα.

Καταλαβαίνει με την αφή. Καμιά φορά βγάζει έναν ήχο σα νύχι πάνω στη γυαλιστερή της επιφάνεια. Δεν ξέρει πώς βρέθηκε εκεί, λέει. Το σπίτι την πνίγει. Δεν αντέχει τα κλειστά παράθυρα. Παραπονιέται πως κανείς δεν την ακούει. Κινδυνεύει να σπάσει από την παρατεταμένη αδιαφορία μας. Δεν είναι από πέτρα, λέει, δεν είναι πέτρα…

Η μητέρα μου είναι από πορσελάνη. Κάθε πρωί τη σηκώνω και τη βάζω στο ράφι χωρίς να την κοιτάζω. Καθαρίζω το τραπέζι της μ’ ένα πανί. Τη μαλώνω πως δεν κάνει καλά που στέκεται ακίνητη τόσο καιρό, πως αυτή φταίει που μαζεύτηκε τόση σκόνη. Τρίβω τις πτυχές της με μανία. Της τραγουδάω για ένα μικρό πορσελάνινο κουτί μέσα σ’ ένα μεγάλο σκονισμένο σπίτι. Στέκομαι όρθια στη μέση του σαλονιού, τη δείχνω με το δάχτυλο. Και άφησέ με, της λέω, ν’ ανοίξω την κοιλιά σου, να καθαρίσω κι εκείνο το μαύρο… Γίνεται τότε και το γαλάζιο της χρώμα φωτίζεται μ’ έναν τρόπο στεναχτικό. Την άλλη φορά, μου λέει, την άλλη φορά. Την επιστρέφω στη θέση της μ’ ένα πικρό φιλί. Εκείνη δεν σταματάει να με κοιτάζει.

Μισώ την ευθραυστότητά της. Κι αν μια μέρα, μου γλυστρίσει από τα χέρια; Και αν αναπηδήσει στον αέρα και ανοίξει η ράχη της και φανεί η χαραγματιά και θρυμματιστεί η γαλάζια της όψη; Κι αν δεν έχω προλάβει να αφαιρέσω το μαύρο από τις γωνίες και τα σπλάχνα της; Πώς φοβάμαι εκείνη την ημέρα. Πώς κουράστηκα να φοβάμαι εκείνη την ημέρα…

 

Πρώτη δημοσίευση στο “Πλανόδιον”: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2018/11/13/georgia-belibasaki-i-mitera-mou-einai-apo-porselani/