Δύο ποιήματα

042
Posted by veliadmin Category: Λογοτεχνία

Το είδωλο

 

Ήταν γραμμένο.

Ανάπνευσε, θα καείς. Κατάπιε, θα πνιγείς.

Ξύπνησα. Ζούσα ακόμη. Έτρεμα.

Και ο χαμός; Πού ήταν ο χαμός;

Έσπασα τον καθρέφτη. Δύο κάτοπτρα μέτρησα.

Το σώμα μου ριζωμένο στη μέγγενη του χρόνου θαυμάζω.

Το σώμα μου ταϊσμένο φοβάμαι.

Το σώμα μου ρικνούμενο αναπνέω.

Πιάνω από εδώ. Τραβώ.

Πιάνω από την άλλη. Τραβώ.

Ετούτο το μάγουλο τεντώνω. Το μέτωπο.

Την ύλη καταπίνω.

Μετρώ τις λέξεις. Τρεις. Ύπαγε οπίσω μου!

Ζω ακόμη.

Και ο χαμός; Πού είναι ο χαμός;

Τα χέρια υψώνω. Τα νύχια μου μαύρα.

Οι σάρκες μου θυμιατά. Πέφτω στα γόνατα.

Μετρώ τα δάχτυλα που με δείχνουν. Παρουσιάζομαι.

Ιδού το θηρίο σας. Το είδωλό σας. Ο σαλτιμπάγκος σας. Ιδού το θαύμα.

Το κατακαμένο σώμα μου σας παραδίδω˙ άγιο.

Μεταλάβετε. Πηγής αθανάτου γεύσασθε.

Αναπνέω. Καταπίνω.

Και το όνομα αυτής απολησμονήσετε εις τους αιώνας των αιώνων.

Γυρίζω σπίτι. Θα κλείσω τα μάτια. Θα τα ξεχάσω όλα.

Θα κοιμηθώ.

(Γεωργία Βεληβασάκη, “Το είδωλο”, συλλογή Οδός Δημιουργικής Γραφής – Ποίηση, εκδ. Γραφομηχανή, Αθήνα 2017)

 

Das Idol (von Georgia Velivasaki)

 

Es stand geschrieben:

Atme man ein, so verbrenne man sich.

Schlucke man es runter, so ersticke man dran.

Ich erwachte. War doch noch am Leben! Ich zitterte.

Und der Verlust? Wo war bloß der Verlust geblieben.

Ich zerbrach den Spiegel und zählte zwei Reflektoren.

Meinen in der Zange der Zeit verwurzelten Körper bewundere ich.

Mein Körper -wohlgenährt- den fürchte ich.

Mein Körper –eingegangen- den atme ich ein.

Ich fasse hier an, ziehe!

Ich fasse da an, ziehe wieder daran!

Diese Wange spanne ich und auch die Stirn.

Diese Materie schlucke ich.

Ich zähle die Worte –es sind zwei: Gehe hinweg…

Ich bin noch am Leben.

Und der Verlust? Wo ist der Verlust geblieben?

Die Hände strecke ich empor. Meine Fingernägel schwarz wie Pech.

Mein Leib wie ein Weihrauchfass! Ich falle auf die Knie.

Ich zähle die Finger, die auf mich zeigen.

Ich trete auf.

Sehet! Euer Tier! Euer Idol!

Euer Hofnarr! Sehet! Das Wunder.

Meinen angesengten Körper übergebe ich euch –geweiht.

Nehmet das Leib Christi. Kostet an der Quelle der Unsterblichkeit.

Ich atme auf! Ich schlucke!

Und deren Namen lasset in Vergessenheit geraten,

in alle Ewigkeit.

Ich kehre zurück nach Hause. Ich werde die Augen schließen.

Ich werde alles vergessen, werde schlafen.

(Übersetzung: Anna Karavanou)

 

Ακροβάτισσα

 

Ακροβάτισσα

πάνω από την πόλη

ξόανο

στολισμένο ελπίδες

στη ροή του σύννεφου

 

οι δρόμοι ασφυκτιούν

με τόσα σιδερένια χέρια

να γνέφουν

απελπισμένα

απελπισμένα

 

εκείνη δεν βλέπει

αφοσιωμένη

μετρά τα δάχτυλα που λείπουν

μετρά τις ώρες

 

διψασμένο πουλί

στα υπόγεια μάταια

χορεύει

μακριά μια βροχή

σα συνάρτηση ηχεί

του ανέφικτου

 

το κορίτσι θυμάται, χαμογελά

 

μες τη νύχτα γυμνό

μ’ ένα όνειρο τρέχει

στ’ αόρατα

κι η γυναίκα γυναίκα

στο φουστάνι της ράβει

τα δόρατα

απελπισμένα

απελπισμένα

 

σκουπίδια έφερε κι απόψε ο ταχυδρόμος

ο χαιρετισμός ξεχάστηκε

δεν έφτασε το φιλί

στο στόμα που άνοιξε

 

το κορίτσι θυμάται, χαμογελά

και τα χέρια του ανοίγουν σα λουλούδια

 

μα εκείνη δεν βλέπει

αφοσιωμένη

μετρά τα θαύματα που λείπουν

μετρά τις ώρες

 

και λυπημένη

έφυγε τώρα

ξανά δεν θα ΄ρθει

(Γεωργία Βεληβασάκη, “Ακροβάτισσα”, συλλογή Οδός Δημιουργικής Γραφής – Ποίηση, εκδ. Γραφομηχανή, Αθήνα 2017)